Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2015

Νέα στοιχεία για το ιερό του Αμυκλαίου Απόλλωνα και τα νέα ευρήματα απο το Ασκληπιείο της αρχαίας Φενεού


Τα νέα δεδομένα που ρίχνουν φως σε ένα από τα σπουδαιότερα και πιο αινιγματικά μνημεία της χώρας είδαν το φως της δημοσιότητας την περασμένη Δευτέρα στο Μουσείο Μπενάκη, κατά την παρουσίαση του διπλού τόμου «Μουσείο Μπενάκη 11-12, 2011-2012». Ο τόμος –το κόστος του οποίου κάλυψαν τα μέλη του Μουσείου Μπενάκη, οι Κωνσταντίνος Ν. Μένεγας-οικογένεια και πολυάριθμοι φίλοι– είναι αφιερωμένος στα πορίσματα των ερευνών που διεξάγονται τα τελευταία χρόνια στο λακωνικό ιερό του Αμυκλαίου Απόλλωνα στη Σπάρτη. Έναν χώρο που φιλοξενούσε τον αινιγματικό ναό του θεού, τον λεγόμενο Θρόνο του Απόλλωνα, ενώ κάθε χρόνο εκεί εορτάζονταν τα Υακίνθια, η σημαντικότερη γιορτή της Λακωνίας στην αρχαιότητα.

«Εξαιρετικά συγκινημένος και περήφανος» δήλωσε για το πόνημα του Μουσείου Μπενάκη ο Άγγελος Δεληβορριάς, ο οποίος επί τέσσερις δεκαετίες υπήρξε διευθυντής του (σήμερα μέλος της Διοικητικής Επιτροπής) και διευθυντής του ερευνητικού προγράμματος Αμυκλών. «Πρόκειται για ένα όνειρο που είχα όταν ανέλαβα τη διεύθυνση του Μουσείου Μπενάκη, το όνειρο της έκδοσης ενός ετήσιου περιοδικού, το οποίο πραγματοποιήθηκε το 2000 όταν εγκαινιάστηκε το νέο Μουσείο Μπενάκη» σημείωσε ο ίδιος για τη θετική έκβαση της «περιπέτειας», όπως χαρακτήρισε την έκδοσή του, που δεν θα είχε πραγματοποιηθεί χωρίς τη συμπαράσταση ανθρώπων και ιδρυμάτων, μεταξύ των οποίων ο Σύλλογος των Φίλων του Μουσείου Μπενάκη και το Ίδρυμα Λάτση.

«Η σημερινή εκδήλωση είναι μία εκδήλωση ευγνωμοσύνης σε όλους όσοι βοήθησαν στην έκδοση του δίτομου περιοδικού» ανέφερε η Μάρια Διαμάντη, υπεύθυνη σύνταξης του περιοδικού, η οποία έκανε αναφορά στα προηγούμενα τεύχη του περιοδικού και των παραρτημάτων του, ενώ ως προς την τελευταία, δίτομη έκδοση γνωστοποίησε ότι αφορά κυρίως ανέκδοτες μελέτες του ερευνητικού προγράμματος Αμυκλών, που ανακοινώθηκαν σε ημερίδα η οποία πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2011 στο Μουσείο Μπενάκη, καθώς και πλούσια βιβλιογραφία.

Μία σύντομη αλλά πολύ κατατοπιστική περιγραφή του ιερού του Αμυκλαίου Απόλλωνα και της διαχρονικής χρήσης του λόφου όπου δέσποζε στην αρχαιότητα έκανε ο Σταύρος Βλίζος, υπεύθυνος του ερευνητικού προγράμματος Αμυκλών. «Το μεγάλο πρόβλημα που εντοπίζουμε εξαρχής σε αυτόν τον χώρο είναι ότι κάθε μεταγενέστερη φάση κατήργησε, ισοπέδωσε την προηγούμενη. Αυτό δημιούργησε και τα προβλήματα ερμηνείας των δεδομένων», τόνισε ο κ. Βλίζος, που έκανε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον «πέρασμα» χιλιετιών, μέσα και από τα νέα στοιχεία των ερευνών: Η πρώτη χρήση του λόφου, που χρονολογείται στην Πρωτοελλαδική εποχή, δεν αφορούσε ιερό χώρο, αλλά οικισμό, κάτι που αποδεικνύουν τα κινητά ευρήματα («η κεραμική καλής ποιότητας αποδεικνύει ότι είχαμε δημόσιο και ιδιωτικό βίο», ανέφερε), αλλά και τα δεκάδες κυκλικά ορύγματα που κατακλύζουν την επιφάνεια του λόφου και τα οποία, όπως αποδείχτηκε, ήταν υποδοχές για μεγάλα πιθάρια που βρίσκονταν μέσα σε αποθηκευτικούς χώρους οικιών.

Πότε όμως άλλαξαν όλα και ο χώρος έγινε αποκλειστικά θρησκευτικός; Όπως όλα δείχνουν, η στροφή έγινε τον 12ο και 11ο αι. π.Χ., οπότε η χρηστική κεραμική εξαφανίζεται και στα χαλάσματα του λόφου αρχίζει να λειτουργεί ένα ιερό. «Ποια ήταν η μορφή του δεν μπορούμε να το αποδείξουμε. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει κάπου να βρούμε τη νέα πόλη (πρέπει να είναι μεταξύ Αμυκλαίου και Βαφειού), ενώ ο λόφος μετατρέπεται αποκλειστικά σε ιερό», δήλωσε ο κ. Βλίζος. Η συνέχεια οδηγεί στον 10 ως τον 8ο αι. π.Χ., αιώνες που σηματοδοτούν άνθηση του ιερού, καθώς αυξάνεται ραγδαία ο όγκος των κινητών ευρημάτων. «Δεν προλαβαίνουμε να πλένουμε και να καταγράφουμε την κεραμική της Γεωμετρικής εποχής», ανέφερε χαρακτηριστικά, ενώ όπως δείχνουν οι τύποι, η χρήση και η ποιότητα των αγγείων που βρέθηκαν, σίγουρα κάτι συμβαίνει εκεί πάνω για πολύ κόσμο.

Τα τέλη του 8ου αι. και ο 7ος αι. π.Χ. σηματοδοτούν την πρώτη μνημειακή φάση του χώρου, όπου εκτεταμένες επεμβάσεις λαμβάνουν χώρα στον λόφο. Παραμερίζονται τα χαλάσματα της παλιάς πόλης, τα οποία χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία του νέου περιβόλου, αλλά και για το γέμισμα του χώρου μεταξύ περιβόλου και κορυφής του λόφου, ώστε να δημιουργηθεί επίπεδη επιφάνεια και επιπλέον χρήσιμος χώρος. Και τότε εμφανίζεται το ξόανο, το λατρευτικό ξύλινο άγαλμα που από μικρό ειδώλιο, το οποίο μεταφέρεται από την οικία του ιερέα στον λόφο για τις γιορτές, μετατρέπεται στα τέλη του 7ου αι. π.Χ. σε έναν κολοσσιαίο άμορφο, ξύλινο κορμό, που όπως αποδεικνύει και η αναπαράσταση του καθηγητή Μανόλη Κορρέ, ο οποίος συμμετέχει στην ερευνητική ομάδα, δεν ήταν μόνο του: Το ξόανο στεκόταν σε οικοδόμημα που είχε έναν εσωτερικό χώρο, στον οποίο είχαν πρόσβαση όλοι από τα πλάγια. Εκεί λάμβαναν χώρα οι πρώτες τελετές για τα Υακίνθια, οι οποίες ήταν αφιερωμένες στον Υάκινθο.

Ο Θρόνος του Απόλλωνα, όπως λέγεται, στο β’ μισό του 6ου αι. π.Χ. γίνεται ακόμα μεγαλύτερος και διακοσμείται παντού –σύμφωνα με τον Παυσανία την κατασκευή και το διάκοσμο του Θρόνου, αλλά και όλες τις υπόλοιπες εργασίες σχεδίασης και διαμόρφωσης του ιερού αναλαμβάνει ο Βαθυκλής από τη Μαγνησία, για τον οποίο δεν γνωρίζουμε τίποτα άλλο–, ενώ το ξόανο του θεού, που πάντα προεξείχε ως κεραία στο κέντρο του λόφου και της κοιλάδας της Λακωνίας, αποκτά κεφάλι, περικεφαλαία, κράνος και χέρια, που φέρουν δόρυ και τόξο.

Ο τόμος περιέχει, επίσης, τρεις μελέτες, μεταξύ των οποίων του Άγγελου Δεληβορριά για τον Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα και τη Γενιά του Μεσοπολέμου, καθώς και μία καταγραφή της ιστορίας του Κώστα Καλυβιώτη («Είμαι ο Αντρέας της ΕΠΟΝ») από τον Τάσο Σακελλαρόπουλο και τη Γεωργία Ιμσιρίδου, που αφορά την ιστορία ενός από τους λίγους επιζήσαντες του αντιστασιακού αγώνα (ο οποίος παραβρέθηκε και στην εκδήλωση, όπου και καταχειροκροτήθηκε).


Μέσα στο επιβλητικό ορεινό φυσικό περιβάλλον της κοιλάδας Φενεού, στις ανατολικές υπώρειες του νότιου λοφίσκου της ακρόπολης, σε υψόμετρο 750 μ., τοποθετείται το Ασκληπιείο της Αρχαίας Φενεού.

Η αείμνηστη Ε. Πρωτονοταρίου-Δεϊλάκη ξεκίνησε το 1958 την ανασκαφική έρευνα του ιερού φέρνοντας στο φως μεγάλο τμήμα του. Από το 2007 έως το 2014, η αρμόδια Εφορεία Αρχαιοτήτων Κορινθίας πραγματοποίησε σταδιακά στο Ασκληπιείο εργασίες ανάδειξης του αρχαιολογικού χώρου, αποτύπωσης και τεκμηρίωσης των αρχιτεκτονικών καταλοίπων, καθώς και μικρές δοκιμαστικές τομές για τη διασαφήνιση των πορισμάτων της παλαιότερης έρευνας. Το Σεπτέμβριο του 2015 ολοκληρώθηκε η πρώτη περίοδος του συστηματικού ανασκαφικού προγράμματος της ΕΦΑ Κορινθίας, υπό τη διεύθυνση του Προϊσταμένου της, Κωνσταντίνου Κίσσα, καθηγητή Κλασικής Αρχαιολογίας, με τη συμμετοχή του καθηγητή Κλασικής Αρχαιολογίας Torsten Mattern, από το Πανεπιστήμιο του Trier της Γερμανίας.


Η κύρια φάση του ιερού τοποθετείται στο β’ μισό του 2ου αι. π.Χ. Στο κεντρικό Δωμάτιο Β είχε αποκαλυφθεί ενεπίγραφο βάθρο, πάνω στο οποίο έστεκε σύνταγμα ακρόλιθων αγαλμάτων του Ασκληπιού και της Υγείας, που φιλοτεχνήθηκαν από τον Αθηναίο γλύπτη Άτταλο την περίοδο κατά την οποία ιερατικά καθήκοντα ασκούσε ο Θηρίλαος, γιος του Ηρωίδα. Ο θεός αποδιδόταν καθιστός σε μέγεθος τριπλάσιο του φυσικού, ενώ η θυγατέρα του έστεκε όρθια δίπλα του, σε διπλάσιο του φυσικού μέγεθος. Το κέντρο της αίθουσας καταλάμβανε ψηφιδωτό δάπεδο με γεωμετρικά σχήματα, πλοχμούς, ταινίες και μαιάνδρους.

Στο Δωμάτιο Α, βόρεια του προηγούμενου, αποκαλύφθηκε βάθρο στο οποίο αρχικά έστεκαν δύο χάλκινα αγάλματα που αντικαταστάθηκαν αργότερα από ένα λίθινο. Μπροστά στο βάθρο είχε τοποθετηθεί μαρμάρινη τράπεζα προσφορών με πόδια που απολήγουν σε λεοντοπόδαρα.


Το Δωμάτιο Γ, νότια του Δωματίου Β, παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, καθώς δεν διαθέτει κατώφλι εισόδου ή κάποια άλλη σχετική διαμόρφωση, αλλά αντίθετα στο βορειοανατολικό του άκρο σχηματίζεται παράθυρο, καθιστώντας δυσερμήνευτη προς το παρόν τη λειτουργία του στο πλαίσιο του Ασκληπιείου.

Έμπροσθεν των ανωτέρω δωματίων αναπτύσσεται περιστύλιο ιωνικού ρυθμού και υπαίθρια αυλή, τα οποία ωστόσο στο παρελθόν είχαν ερευνηθεί αποσπασματικά.

Κατά τη διάρκεια της φετινής ανασκαφικής περιόδου, διαπιστώθηκε ότι το περιστύλιο έχει κάτοψη σχήματος «Π» με μετακιόνιο διάστημα 2.30 μ. Επιπλέον, επιβεβαιώθηκε η πορεία των τοίχων του περιστυλίου και της υπαίθριας αυλής και αποκαλύφθηκε ότι η είσοδος στο ιερό επιτυγχανόταν από τα ανατολικά μέσω ράμπας. Δευτερεύουσα είσοδος υπήρχε στα βόρεια, κατά μήκος του αντίστοιχου τοίχου της αυλής.


Από τη μέχρι στιγμής ανάλυση των δεδομένων της παλαιάς ανασκαφής, των δοκιμαστικών τομών και των καθαρισμών της Εφορείας Αρχαιοτήτων Κορινθίας αλλά και της φετινής, πρώτης περιόδου της συστηματικής ανασκαφής, διαπιστώνονται στο Ασκληπιείο αλλεπάλληλες οικοδομικές φάσεις. Η αρχική φάση του ιερού, που ήταν πολύ μικρότερο σε μέγεθος, χρονολογείται στο β’ μισό του 4ου αι. π.Χ. Η κύρια φάση του Ασκληπιείου, στο β’ μισό του 2ου αι. π.Χ., χαρακτηρίζεται από την πλήρη ανακατασκευή της κεντρικής αίθουσας και την τοποθέτηση των λατρευτικών αγαλμάτων, τη λειτουργία του βορείου δωματίου ως εστιατορίου και την κατασκευή του ιωνικού περιστυλίου. Σε αυτή τη φάση, οι τοίχοι των δωματίων αλλά και του περιστυλίου ήταν επιχρισμένοι με κονίαμα ποικίλων χρωμάτων, ενώ εντυπωσιακή ήταν και η πήλινη σίμη με τις πολύχρωμες λεοντοκέφαλες υδρορροές.

Το ιερό καταστρέφεται, πιθανώς από σεισμό, στο β’ μισό του 1ου αι. μ.Χ. και όταν ανακατασκευάζεται, μετατρέπεται σε χώρο αυτοκρατορικής λατρείας με επίκεντρο το βόρειο δωμάτιο, όπου τοποθετούνται δύο λατρευτικά αγάλματα αυτοκρατόρων και μαρμάρινη τράπεζα προσφορών.


Αξίζει ιδιαιτέρως να σημειωθεί ότι η χρήση του χώρου ανιχνεύεται ήδη από τη Μεσοελλαδική και την Υστεροελλαδική περίοδο, ενώ κατά τη διάρκεια της παλαιάς ανασκαφής εντοπίστηκαν τμήματα κατασκευών που χρονολογούνται περί τα τέλη του 7ου-αρχές του 6ου αι. π.Χ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: